παρακουω

παρακουω
    παρακούω
    παρ-ᾰκούω
    (fut. παρακούσομαι)
    1) слышать вскользь (мимоходом), узнавать понаслышке, прослышать
    

(τι Her. и τινός Plat.)

    2) подслушивать
    

(τί τινος Arph. и τι παρά τινος Plat.)

    3) ослышаться, недослышать, плохо (превратно) понять
    

τὰ μὲν ἄλλα ὀρθῶς ἤκουσας, ὅτι δὲ καὴ ἐμὲ οἴει εἰπεῖν, τοῦτο παρήκουσας Plat.(все) остальное ты слышал правильно, но насчет того, будто и я это говорил, это тебе послышалось

    4) невнимательно слушать, пропускать мимо ушей
    

(τινός Polyb., Plut. и περί τινος Polyb.)

    5) не слушать(ся), не подчиняться
    

(τινός Polyb., Luc., NT.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "παρακουω" в других словарях:

  • παρακούω — παρακούω, παράκουσα βλ. πίν. 83 Σημειώσεις: παρακούω : ως σύνθετο με την πρόθ. παρά σημαίνει → δεν υπακούω, ενώ ως σύνθετο με το επίρρ. πάρα σημαίνει ακούω πολύ καλά (σε εκφρ. όπως: ακούω και παρακούω) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παρακούω — hear beside pres subj act 1st sg παρακούω hear beside pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακούω — ΝΜΑ 1. ακούω άλλο αντί άλλου, ακούω κάτι διαφορετικά από ό,τι λέγεται, ακούω κάτι εσφαλμένα («παρορῶσί τε καὶ παρακούουσι καὶ παρανοοῡσι πλεῑστα», Πλάτ.) 2. αντιλαμβάνομαι πλημμελώς, παρανοώ 3. επιδεικνύω απείθεια, ανυπακοή σχετικά με εντολή που… …   Dictionary of Greek

  • παρακούω — παράκουσα, παρακούστηκα 1. δεν ακούω καλά, ακούω λάθος: Παρακούει η γιαγιά και μας λέει άλλα γι άλλα. 2. δεν ακούω, απειθώ, αρνιέμαι να υπακούω: Στις κατασκηνώσεις δε γίνονται δεχτοί όσοι παρακούνε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρακούσουσιν — παρακούω hear beside aor subj act 3rd pl (epic) παρακούω hear beside fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) παρακούω hear beside fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακούῃ — παρακούω hear beside pres subj mp 2nd sg παρακούω hear beside pres ind mp 2nd sg παρακούω hear beside pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρηκουσμένα — παρακούω hear beside perf part mp neut nom/voc/acc pl παρηκουσμένᾱ , παρακούω hear beside perf part mp fem nom/voc/acc dual παρηκουσμένᾱ , παρακούω hear beside perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακουσάντων — παρακούω hear beside aor part act masc/neut gen pl παρακούω hear beside aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακουόντων — παρακούω hear beside pres part act masc/neut gen pl παρακούω hear beside pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακούει — παρακούω hear beside pres ind mp 2nd sg παρακούω hear beside pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακούοντα — παρακούω hear beside pres part act neut nom/voc/acc pl παρακούω hear beside pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»